top of page

Χωρική Δικαιοσύνη

Τις τελευταίες δεκαετίες και ακόμα περισσότερο τα τελευταία χρόνια της κρίσης, ζητήματα ανισότητας, καταπίεσης και κυριαρχίας γίνονται ολοένα και περισσότερο αντικείμενο συζήτησης, σε σχέση με κοινωνικά παραδείγματα, πολιτικές και μοντέλα ανάπτυξης (MacLeod και McFarlane, 2014). Παρομοίως, τόσο η αίσθηση και οι πραγματικότητες της αδικίας, καθώς και η καταπολέμησή τους έχουν αναδειχθεί ως σημαντικά επίδικα όχι μόνο για τη δικαιοσύνη και το δικαιϊκό σύστημα αλλά και για το ευρύτερο πεδίο της κοινωνικής πολιτικής (Young, 1990),

 

Η έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης είναι κεντρικός παράγοντας της παρούσας έρευνας. Σε ένα πρώτο επίπεδο ανάγνωσης είναι ένα χρήσιμο εργαλείο για τη μέτρηση των ανισοτήτων στο αστικό συγκείμενο: αν η χωρική δικαιοσύνη σημαίνει απλώς την ισότιμη πρόσβαση στα αγαθά και τις υπηρεσίες που προσφέρει η αστική συνθήκη, τότε πράγματι οι ανισότητες μπορούν να εξεταστούν ως έκφραση πρακτικών κατοίκησης. Όπως ο E. Soja ισχυρίζεται, η δικαιοσύνη έχει χωρικές διαστάσεις και ο ισότιμος διαμοιρασμός πόρων και υπηρεσιών και πρόσβασης είναι ένα βασικό ανθρώπινο δικαίωμα (Soja, 2010). Η ομάδα UCLA’s Critical Planning group κατηγοριοποεί την αδικία ακολουθώντας την εμφάνισή της στο χώρο (Bassett, 2013). Τέλος, αυτή η νοηματοδότηση της έννοιας της κοινωνικό-χωρικής δικαιοσύνης ενσωματώνει αξίες που εγείρονται από την UNESCO, σχετικές με την φτώχεια ως παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στοχεύει στην επέκταση της έννοιας και της πρακτικής των δικαιωμάτων εντοπίζοντας τα στην αστική επικράτεια (Carmalt, 2018; Delaney, 2016).

 

Σε ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης, η σύνδεση της έννοιας της δικαιοσύνης με τον χώρο χειρονομεί προς την επανανοηματοδότηση και των δύο εννοιών. (Marcuse et. al. 2009). Αντί της απλής προσθήκης χωρικών χαρακτηριστικών στην έννοια της δικαιοσύνης, αντί της απλής προβολής των αποτελεσμάτων της χωρικής αδικίας στην αστική επικράτεια, η χωρική δικαιοσύνη μπορεί να καταστεί ένας όρος μέσω του οποίου η ευρύτερη κατηγορία της δικαιοσύνης μπορεί να αναδιατυπωθεί (Philippopoulos-Mihalopoulos 2007; Dikeç 2007; Iveson 2011). Οι νόμοι είναι ορισμένοι ως χωρικές μορφές ρύθμισης της χωρικής συμπεριφοράς. Η δικαιοδοσία είναι ένας εγγενώς χωρικός όρος, περριγράφει μια περιοχή όπου ένας συγκεκριμένος νόμος ισχύει και εντός του οποίου μια συγκεκριμένη εξουσία έχει τη δύναμη να τον επιβάλλει. Ωστόσο ο χώρος δεν είναι απλώς πεδίο έκφρασης της δικαιοσύνης ή της αδικίας καθώς διαμορφώνουν τον χώρο και διαμορφώνονται από αυτόν. Ο χώρος είναι τόσο ένα επίδικο το οποίο τίθεται υπό διεκδίκηση και διαμοιράζεται μέσα από αιτήματα και πρακτικές δικαιοσύνης και ταυτόχρονα το μέσο, μέσω του οποίου απαιτήσεις, διεκδικήσεις και δράσεις σχηματοποιούνται (Fincher και Iveson, 2012).

 

Η χωρική δικαιοσύνη μπορεί να ενισχύσει τη προσπάθεια μας να κατανοήσουμε τους τρόπους με τους οποίους ο χώρος σχηματίζεται μέσα από διεκδικήσεις και αγώνες για ιδέες, όνειρα και μοντέλα δικαιοσύνης, ενώ παράλληλα τις ανατροφοδοτεί. Μια τέτοια οπτική μετατοπίζει την προσοχή από την χωρική έκφραση της αδικίας προς τις δομικές δυναμικές οι οποίες παράγουν και αναπαράγουν αδικία μέσω του χώρου (Dikeç 2009; Marcuse 2009; Brawley, 2009). Η χωρική δικαιοσύνη ή αδικία -σε διάφορους βαθμούς διατύπωσής τους- εκφράζονται και διαμορφώνονται με όχημα τη χωρικότητα των πολιτικών και των υποκειμένων. Ακολουθώντας τη σκέψη του Lefebvre η έννοια 'δικαίωμα στην πόλη' (1996; βλ. Harvey 1996), δεν πρόκειται απλώς για άλλο ένα δικαίωμα το οποίο χρειάζεται να προστεθεί στα ήδη υπάρχοντα όπως τα δικαιώματα στην ιδιωτικότητα, στην υγειονομική περίθαλψη ή στον σεβασμό του πολιτισμικού υποβάθρου. Δεν πρόκειται επίσης αποκλειστικά για το δικαίωμα όλων να ζουν στην πόλη απολαμβάνοντας αυτά που εκείνες προσφέρουν. Είναι το δικαίωμα στην δυνατότητα συλλογικού μετασχηματισμού της πόλης ως ένα κοινό έργο τέχνης, ως “oeuvre” (Lefebvre 1996: 157,174) και όχι ως προϊόν. Το 'δικαίωμα στην πόλη' του Lefebvre φιλοξενεί μια σημαντική δυνητικότητα της έννοιας της χωρικής δικαιοσύνης: η δικαιοσύνη έχει σχέση με τον χώρο, αλλά ακόμα περισσότερο η έννοια τς δικαιοσύνης μετασχηματίζεται από πρακτικές που δίνουν μορφή στον χώρο (βλ. Mitchel 2003).

Χωρική Δικαιοσύνη

Κοινά

Η διεκδίκηση της πόλης μέσα από πρακτικές συλλογικής δημιουργικότητας -ακολουθώντας τη συλλογιστική του Lefebvre- σημαίνει την διεκδίκηση της πόλης ως κοινά. Κινήματα, αγώνες, οργανωμένες πρωτοβουλίες πολιτών και εναλλακτικές αυτοδιοικητικές πολιτικές σε αυτό το πλαίσιο, στοχεύουν στη κατανόηση της πόλης αφ'ενός ως κάτι το οποίο μπορεί να μοιραστεί (σε αντιδιαστολή με την οικειοποίησή του από τους πιο ισχυρούς), και παράλληλα ως ένα μέσο ανάπτυξης πρακτικών μοιράσματος.

 

Ο Harvey υποστηρίζει πως τα κοινά δεν είναι ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, αλλά μια ασταθής και εύπλαστη κοινωνική σχέση ανάμεσα σε μια συγκεκριμένη και αυτό-προσδιορισμένη κοινωνική ομάδα και σε ένα υπαρκτό ή δυνητικό κοινωνικό ή/και υλικό περιβάλλον το οποίο θεωρείται σημαντικό για την ζωή και την επιβίωση της πρώτης (2012: 73). Αναπτύσσοντας περεταίρω αυτή τη συλλογιστική ο Σταυρίδης (2016: 54) υποστηρίζει πως ο κοινός χώρος μπορεί να σχηματιστεί μέσα από πρακτικές μιας αναδυόμενης και όχι απαραίτητα ομοιογενούς κοινότητας η οποία δεν προσπαθεί απλώς να εξασφαλίσει την αναπαραγωγή της, αλλά επίσης επιδιώκει να εμπλουτίσει τις ανταλλαγές της με άλλες κοινότητες καθώς και μεταξύ των μελών της. Ο κοινός χώρος μπορεί να λάβει τη μορφή ενός πεδίου συνάντησης, μιας περιοχής όπου διαρκώς επεκτεινόμενα κυκλώματα συναντήσεων διασταυρώνονται (Hardt και Negri 2009: 254). Μέσα από διαδικασίες ίδρυσης κοινών χώρων μπορούμε να υπερβούμε, τις διακρίσεις και τα φράγματα που χαρακτηρίζουν τον αστικό χώρο των θυλάκων (2016: 55).

 

Ο χώρος των κοινών είναι το είδος εκείνο του αστικού χώρου, το οποίο αναδύεται όταν κινητοποιείται η δυνατότητα των κατοίκων της πόλης να παράγουν, να καθορίζουν, να αναπτύσσουν και να συντηρούν χώρους μοιράσματος αντί για χώρους τέτοιους που υποστηρίζουν διακρίσεις και αποκλεισμούς. Σε αυτούς τους χώρους διατυπώνονται τα κοινά. Οι πρακτικές οι οποίες διεκδικούν συνδέσεις με την χωρική δικαιοσύνη (τόσο αυτές που προέρχονται από κινήματα βάσης, όσο και αυτές οι οποίες καθίστανται δυνατές μέσω συγκεκριμένων αστικών πολιτικών) είναι απαραίτητα σχετικές με αγώνες για τα αστικά κοινά.

 

Αντίστοιχα, οι πρακτικές υπεράσπισης των κοινών διαμορφώνουν συλλογικές εμπειρίες οι οποίες διεκδικούν την πόλη ως ένα δυνητικά απελευθερωτικό περιβάλλον και σχηματίζουν εκ νέου καθοριστικής σημασίας ερωτήματα, τέτοια που χαρακτηρίζουν τις απελευθερωτικές πολιτικές (Stavrides, 2015). Υπό αυτό το πρίσμα, η πόλη είναι όχι μόνο ο τόπος κοινωνικών κινητοποιήσεων, αλλά, την ίδια στιγμή, το μέσο προς έναν συλλογικό πειραματισμό με εναλλακτικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης σε αναζήτηση ενός πιο δίκαιου κόσμου.

Κοινά

Νέος Δημοτισμός

Με τον όρο αυτόν περιγράφονται πρωτοβουλίες δημοτικών κινήσεων που εμφανίστηκαν στην Ευρώπη αλλά και σε άλλες περιοχές του κόσμου με στόχο να προκαλέσουν πολιτικές δικαιότερης διαχείρισης των πόλεων. Όπως χαρακτηριστικά συνοψίζεται: “…the novelty of new municipalism resides in a newly-politicised and radical reformist orientation towards the (local) state, in imagining new institutional formations that embody urban rather than state logics – be that through challenging traditional party politics with digitally-mediated citizen platforms; channeling economic development through non-state urban networks of anchor institutions and co-ops; or building autonomous federations of urban assemblies in place of the state.” (Thompson 2021: 318).

«Σε αυτή τη νέα οπτική, τα κοινά δεν είναι συγκεκριμένες φυσικές πηγές αλλά ένας νέος τρόπος να διαχειριζόμαστε τις πηγές οποιουδήποτε είδους ως συλλογική ιδιοκτησία της κοινότητας, την οποία η ίδια διαχειρίζεται με τρόπο που την ωφελεί στο σύνολό της» (Κοτσακά 2019)

Η έρευνά μας εστιάζεται στο παράδειγμα της διοίκησης της Βαρκελώνης από το συνδυασμό Barcelona Commu με επικεφαλής την Ada Colau και στη Νάπολη από το συνδυασμό Mass Critica με επικεφαλής τον δήμαρχο τον Luigi de Magistris. Και τα δύο αυτά εγχειρήματα έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση στη συλλογική διαχείριση και προστασία των κοινών στην πόλη (urban commons) και στην διεύρυνση της συμμετοχής των πολιτών στη υπεράσπιση και την ανάπτυξή τους. Χαρακτηριστικά η διοίκηση της Νάπολης θέσπισε ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2011 το όρο κοινά αγαθά στον καταστατικό χάρτη της πόλης ορίζοντάς τα ως εκείνους τους πόρους συλλογικής ιδιοκτησίας η διαχείριση των οποίων πρέπει να εξασφαλίζει την ισότιμη πρόσβαση όλων και τη διατήρησή τους για τις γενιές του μέλλοντος. Το 2016 με την πράξη 446/2016 η ίδια διοίκηση αναγνώρισε πέντε κατειλημμένους αυτοδιαχειριζόμενους χώρους στην πόλη ως χώρους κοινών και θεμελίωσε την προστασία τους με αναγνώριση της ήδη εγκατεστημένης λειτουργίας τους.

Νέος Δημοτισμός

Δικαίωμα στην Πόλη

Η συμμετοχή στη διατύπωση προτάσεων και τη λήψη αποφάσεων που αφορούν τη διαχείριση και παραγωγή του χώρου της πόλης αποτελεί μια διαδικασία κρίσιμη για τον προσδιορισμό του «δικαιώματος στην πόλη» (Lefebvre 2007). Χρειάζεται όμως να διευκρινιστεί αμέσως τι περιέχει ο όρος «δικαίωμα στην πόλη», τουλάχιστον στην προοπτική της αναγνώρισής του από το Λεφέβρ. Όπως διευκρινίζει ο ίδιος λοιπόν, «το δικαίωμα στην πόλη εκδηλώνεται ως υπέρτατη μορφή των δικαιωμάτων: δικαίωμα στην ελευθερία, στην εξατομίκευση μέσα στην κοινωνικοποίηση, στην κατοικία και το κατοικείν. Τι δικαίωμα στο έργο (oeuvre)...» (ό.π. 175). Έτσι, «το δικαίωμα στην πόλη», γίνεται το «δικαίωμα στην αστική ζωή μετασχηματισμένη, ανανεωμένη» (ό.π. 152).

Είναι φανερό ότι μια τέτοια διατύπωση αντιλαμβάνεται την πόλη ως μια συνθήκη κοινωνικής ζωής που δυνάμει εμπεριέχει τον μετασχηματισμό της ανάλογα με τις δράσεις αυτών που την κατοικούν. Η προοπτική αυτή αποκτά χειραφετητικό χαρακτήρα όταν οι κάτοικοι ανακτούν το δικαίωμά τους να κατευθύνουν οι ίδιοι αυτόν τον μετασχηματισμό αναπτύσσοντας τη συλλογική δημιουργικότητα. Γι’ αυτό ο όρος «έργο» και όχι «προϊόν»: η πόλη είναι γέννημα μόχθου και εκδήλωσης αναγκών αλλά και έργο τέχνης. «Η τέχνη μπορεί να γίνει πράξη και ποίηση σε κοινωνική κλίμακα: η τέχνη του να ζεις μέσα στην πόλη σαν έργο τέχνης» (ό.π. 174).

 

Από την άλλη μεριά, ο Lefebvre λίγο νωρίτερα γράφει για το δικαίωμα στην πόλη όχι ως κάποιο νομικό-πολιτικές καθεστώς, αλλά ως μια συνεχή διεκδίκηση των αστικών κατοίκων (citadens αντί citizens) για την ενεργή συμμετοχή τους στην κοινωνική και πολιτική ζωή της πόλης αλλά και στη διαχείριση και την παραγωγή της (βλ Dikec, 2001).

 

Αν η συμμετοχή είναι που κρίνει την πραγματική σχέση των κατοίκων με το δικαίωμα στην πόλη, τότε η συμμετοχή είναι που πλάθει στην πράξη την ιδιότητα του πολίτη. Όπως ήδη το είχε προβλέψει ο Λεφέβρ «Η σύνδεση ανάμεσα στο να είσαι κάτοικος της πόλης και να έχεις την ιδιότητα του πολίτη είναι αναπόφευκτη σε κοινωνίες που αστικοποιούνται» (2003/1990: 253). Μια τέτοια σύνδεση ευνοεί τη μετάθεση του προβλήματος των κοινωνικών δικαιωμάτων, και επομένως του προβλήματος της θεμελίωσης της ιδιότητας του πολίτη, από την εξασφάλιση των εγγυήσεων του κράτους στην εμπέδωση δυνατοτήτων στο πλαίσιο της αστικής ζωής.

Δικαίωμα στην Πόλη
bottom of page